βουρκώνω
ρήμα1. Γεμίζω τα μάτια με δάκρυα, συνήθως προσωρινά και χωρίς έντονο κλάμα, λόγω συγκίνησης, λύπης, πόνου, κρύου ή ερεθισμού.
2. Έχω το βλέμμα υγρό ή θολωμένο που αντανακλά εσωτερική συγκίνηση ή ευαισθησία.
Συνώνυμα
δακρύζω δακρύω κλαίω λυγίζω λυγίζομαι συγκινούμαι θλίβομαι οδύρομαι σπάζομαι συγκλονίζομαι σπαράζω στεναχωριέμαι στενοχωριέμαι πενθώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν βλέπω παλιές φωτογραφίες, βουρκώνω από νοσταλγία.
- Κόβοντας κρεμμύδια στην κουζίνα, πάντα βουρκώνω.
- Ακούγοντας την αγαπημένη μελωδία, βουρκώνω χωρίς να το καταλάβω.
- Στον δυνατό άνεμο βουρκώνω γιατί τα μάτια μου ερεθίζονται.
- Κάθε φορά που δέχομαι απρόσμενη καλοσύνη, βουρκώνω από συγκίνηση.