παθιάζομαι
ρήμα1. Γίνομαι γεμάτος πάθος ή έντονο συναίσθημα για κάποιο άτομο, ιδέα ή δραστηριότητα, εκδηλώνοντας ζωηρό ενδιαφέρον ή αφοσίωση.
Συνώνυμα
ενθουσιάζομαι συναρπάζομαι ξετρελαίνομαι τρελαίνομαι εκστασιάζομαι φλέγομαι φλογίζομαι καίγομαι διακατέχομαι παρασέρνομαι παραδίδομαι ξεσηκώνομαι ερωτεύομαι συγκινούμαι λιώνομαι παραληρώ οργιάζω ζεσταίνομαι λατρεύω ενδιαφέρομαι λιγουρεύομαι
Αντώνυμα
αδιαφορώ αποστασιοποιούμαι ψυχραίνομαι ηρεμώ χαλαρώνω σβήνω κοπάζω αποσύρομαι βαριέμαι αποθαρρύνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- παθιάζομαι με τη μουσική όταν παίζω πιάνο και χάνω την αίσθηση του χρόνου.
- Σπάνια παθιάζομαι, αλλά όταν συμβαίνει υπερασπίζομαι τις ιδέες μου με ένταση.
- Με τις τέχνες παθιάζομαι τόσο πολύ που οι συζητήσεις μου γίνονται συχνά ζωηρές.
- Όταν βλέπω αδικία, παθιάζομαι και δεν μπορώ να μείνω αδιάφορος.
- Σε στιγμές έντονης έλξης, παθιάζομαι και χάνω την ψυχραιμία μου.