εκλιπαρώ
ρήμαΚάνω επίμονες, συγκινημένες και επανειλημμένες εκκλήσεις προς κάποιον, εκφράζοντας μεγάλη ανάγκη ή αγωνία για βοήθεια, χάρη ή την ικανοποίηση ενός αιτήματος.
Συνώνυμα
ικετεύω δέομαι επαιτώ παρακαλώ παρακαλάω εξορκίζω εκζητώ σέρνομαι γυρεύω προσεύχομαι ζητώ ζητάω αιτούμαι επικαλούμαι θέλω απευθύνομαι προσκαλώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε εκλιπαρώ να με συγχωρήσεις.
- Στη συνέντευξη, εκλιπαρώ την επιτροπή να εξετάσει ξανά το αίτημά μου.
- Τους εκλιπαρώ να μην χωρίσουν, γιατί τα παιδιά θα πληγωθούν.
- Στην εκκλησία, εκλιπαρώ τον Θεό να δώσει υγεία στην οικογένειά μας.
- Κάθε βράδυ εκλιπαρώ να αλλάξει η τύχη μου.
- Στο δικαστήριο, εκλιπαρώ το δικαστή να δείξει επιείκεια.