νοώ
ρήμα1. Ενεργοποιώ τη νοητική ικανότητα για σχηματισμό και συγκρότηση έννοιας ή επίγνωσης ενός αντικειμένου, μιας ιδέας ή μιας κατάστασης.
2. Έχω στο νου μου ή προτίθεμαι κάτι· εκφράζω πρόθεση, σκέψη ή σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω αυτό το τραγούδι, νοώ μια βαθιά συγκίνηση.
- Δεν νοώ να σε προσβάλλω· απλώς εξέφρασα την άποψή μου.
- Καθώς μπήκα στην αίθουσα, νοώ την ένταση στον αέρα.
- Με αυτό που είπες, νοώ ότι ζητάς βοήθεια χωρίς να το ομολογείς.
- Όταν λέω «σπίτι», νοώ τον τόπο όπου μεγάλωσα, μαζί με τις αναμνήσεις.