συναισθάνομαι
ρήμα1. Βιώνω και αντιλαμβάνομαι εσωτερικές συναισθηματικές καταστάσεις, γίνομαι ενήμερος για τα προσωπικά μου αισθήματα.
2. Συνδέομαι συναισθηματικά με την ψυχική κατάσταση άλλου προσώπου, συμμετέχω ή μοιράζομαι τα αισθήματά του.
Συνώνυμα
αισθάνομαι νιώθω ενσυναίσθομαι αντιλαμβάνομαι καταλαβαίνω βιώνω συμπονώ συμπάσχω συμμερίζομαι συγκινούμαι αγγίζομαι παθαίνω εκλαμβάνω νοώ κατανοώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην παρουσίαση, συναισθάνομαι νευρικότητα πριν μιλήσω.
- Όταν κλαίει, συναισθάνομαι τον πόνο της και θέλω να τη στηρίξω.
- Μετά από τόσα χρόνια, συναισθάνομαι ευθύνη για τις επιλογές μου.
- Μερικές φορές συναισθάνομαι ότι κάτι λείπει, αλλά δεν ξέρω τι.
- Όταν ο γιατρός αγγίζει το χέρι μου, συναισθάνομαι πόνο στον ώμο.