διψώ
ρήμα1. Νιώθω έντονη ανάγκη να πιω υγρό, συνήθως νερό, λόγω στέρησης, θερμότητας ή αφυδάτωσης.
2. Έχω έντονη επιθυμία ή λαχτάρα για κάτι μη σωματικό, με μεταφορική χρήση (π.χ. «διψώ για γνώση»).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά το τρέξιμο, διψώ πολύ και χρειάζομαι νερό.
- Στην έρημο, διψώ για μια σταγόνα νερού.
- Από τότε που έφυγε, διψώ για την παρουσία της.
- Διάβασα πολλά βιβλία και ακόμα διψώ για γνώση.
- Σε κάθε συζήτηση με αυτόν, διψώ να μάθω την αλήθεια.