ακούω
ρήμα1. Αντιλαμβάνομαι ήχους με το όργανο της ακοής.
2. Δίνω προσοχή σε ομιλία, μουσική ή άλλους ήχους με σκοπό την αντίληψη ή την κατανόηση.
3. Λαμβάνω πληροφορίες ή μαθαίνω κάτι από όσα λέγονται ή μεταδίδονται.
Συνώνυμα
ακροάζομαι αφουγκράζομαι προσέχω παρακολουθώ συγκεντρώνομαι συλλαμβάνω αντιλαμβάνομαι μαθαίνω υπακούω προσλαμβάνω ενημερώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βράδυ ακούω τα τρένα από μακριά.
- Στην τάξη ακούω προσεκτικά τον δάσκαλο.
- Στο αυτοκίνητο ακούω μουσική δυνατά.
- ακούω ότι αύριο θα γίνει σύσκεψη στο γραφείο.
- Όταν έχω πρόβλημα, ακούω τη συμβουλή της φίλης μου.