βαριέμαι
ρήμα1. Νιώθω έλλειψη ενδιαφέροντος ή διέγερσης απέναντι σε δραστηριότητες, καταστάσεις ή ερεθίσματα, με συνέπεια να μην επιθυμώ να συμμετάσχω ή να ασχοληθώ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σπίτι σήμερα βαριέμαι και δεν ξέρω τι να κάνω.
- Με ρώτησες αν θα μαζέψω τα πιάτα, αλλά βαριέμαι να το κάνω.
- Μετά από ώρες περπάτημα βαριέμαι και χρειάζομαι ξεκούραση.
- Όταν βλέπω αυτές τις ταινίες, βαριέμαι και χάνω το ενδιαφέρον.
- Με τον Νίκο βαριέμαι όταν μιλάει συνέχεια για τη δουλειά.