ανασταίνομαι
ρήμα1. Επιστρέφω στη ζωή μετά τον θάνατο, επανερχόμενος σε βιολογική ύπαρξη.
2. Επανακάμπτω σε κατάσταση δραστηριότητας, λειτουργίας ή επιρροής ύστερα από παύση, καταστροφή ή αδράνεια.
3. Μετακινούμαι από ξαπλωτή ή καθιστική θέση σε όρθια στάση.
Συνώνυμα
σηκώνομαι ορθώνομαι αναστατώνομαι ζωντανεύω αναζωογονούμαι αναγεννιέμαι ανασηκώνομαι ανορθώνομαι ξεσηκώνομαι αγανακτώ εκνευρίζομαι θυμώνω τσαντίζομαι αναβιώνω ενθουσιάζομαι συγκινούμαι ξυπνάω εγείρομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την Κυριακή του Πάσχα ανασταίνομαι μαζί με τους πιστούς στην εκκλησία.
- Κάθε πρωί ανασταίνομαι νωρίς για να πάω για τρέξιμο.
- Όταν τελειώνει η παρουσίαση, ανασταίνομαι από την καρέκλα για να χειροκροτήσω.
- Ανασταίνομαι όταν βλέπω αδικία και αδιαφορία.
- Μετά από μήνες αδράνειας, ανασταίνομαι και ξαναπαίρνω ενεργό ρόλο στο έργο.