νιώθω
ρήμα1. Έχω ή αντιλαμβάνομαι σωματική αίσθηση (πόνο, θερμοκρασία, άγγιγμα, πίεση κ.ά.) μέσω των αισθητηριακών οργάνων.
2. Βιώνω εσωτερική ψυχική κατάσταση ή συναισθήματα (χαρά, λύπη, φόβο, αγάπη κ.ά.).
Συνώνυμα
αισθάνομαι αντιλαμβάνομαι καταλαβαίνω κατανοώ συναισθάνομαι συγκινούμαι χαίρομαι λυπάμαι φοβάμαι ανησυχώ ντρέπομαι αγαπώ λατρεύω ζηλεύω θυμώνω οργίζομαι στενοχωριέμαι απογοητεύομαι ενοχλούμαι πονώ κρυώνω πεινώ διψάω κουράζομαι ανατριχιάζω τρέμω μελαγχολώ συμπαθώ παθαίνω γεύομαι εκλαμβάνω βιώνω νομίζω πιστεύω συμπάσχω γουστάρω καίγομαι απολαμβάνω παρατηρώ διαπιστώνω υποψιάζομαι αγγίζω
Αντώνυμα
αδιαφορώ αγνοώ αποστασιοποιούμαι αναισθητοποιούμαι αποστρέφομαι απεχθάνομαι απορρίπτω απαξιώνω αφεύγομαι αδιαλέγομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα νιώθω κρύο.
- Μετά την είδηση νιώθω θλίψη.
- Σε ακούω και νιώθω την ανησυχία σου.
- Κάτι δεν πάει καλά· νιώθω ότι πρέπει να φύγουμε.
- Μετά την προπόνηση νιώθω εξάντληση.