συγκλονίζω
ρήμα1. Προκαλώ έντονη ψυχική αναστάτωση, σοκ ή βαθιά συγκίνηση σε πρόσωπα, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται έντονα η ψυχική τους κατάσταση.
2. Ταρακουνώ έντονα ή προκαλώ ισχυρούς κραδασμούς και δονήσεις σε αντικείμενο ή χώρο, συνήθως με βίαιο τρόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ συγκλονίζω το κοινό με την ερμηνεία μου.
- Με συγκλονίζει η είδηση του ατυχήματος.
- Ο σεισμός συγκλόνισε ολόκληρη την περιοχή.
- Η αληθινή μαρτυρία της με συγκλόνισε και με έκανε να αλλάξω γνώμη.
- Η εικόνα των προσφύγων συγκλονίζει τις συνειδήσεις και κινητοποιεί εθελοντές.