νοιάζω
ρήμα1. Δείχνω φροντίδα και προσοχή προς κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο, αναλαμβάνοντας ευθύνες για την ασφάλεια, την άνεση ή την ευημερία του.
Συνώνυμα
φροντίζω ενδιαφέρομαι κόπτομαι μεριμνώ ασχολούμαι απασχολούμαι αφορά περιποιούμαι πειράζω συμπαραστέκομαι ανησυχώ ταράζω καίγομαι σκοτίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Νοιάζομαι για την υγεία σου.
- Δεν με νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι.
- Οι γονείς νοιάζονται βαθιά για τα παιδιά τους.
- Μου νοιάζει πολύ αν είσαι καλά.
- Σε νοιάζω;