συγκλονίζομαι
ρήμα1. Υφίσταμαι έντονη συναισθηματική αναστάτωση ή σοκ που ταράζει βαθιά την ψυχική κατάσταση.
2. Υποβάλλομαι σε βαθιά ψυχική επίδραση από γεγονός, εμπειρία ή έργο, με αποτέλεσμα έντονη συναισθηματική αντίδραση ή θαυμασμό.
Συνώνυμα
συνταράζομαι ταρακουνούμαι σοκάρομαι σαστίζομαι συγκινούμαι ταράζομαι αναστατώνομαι καθηλώνομαι παγώνω εμβρόντημαι φρικάρω εκπλήσσομαι ανατριχιάζω κοκαλώνω τρομάζω πανικοβάλλομαι στεναχωριέμαι τρέμω βουρκώνω εκστασιάζομαι συναρπάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις άκουσα τα νέα της τραγωδίας, συγκλονίζομαι ακόμα.
- Κάθε φορά που βλέπω αυτό το έργο τέχνης, συγκλονίζομαι.
- Μπροστά στη σκηνή του ατυχήματος, συγκλονίζομαι και δεν ξέρω τι να κάνω.
- Ακούγοντας την προσωπική της ιστορία, συγκλονίζομαι από την αντοχή της.
- Με τις αποκαλύψεις για τη διαφθορά, συγκλονίζομαι και νιώθω οργή.