αγωνιώ
ρήμα1. Νιώθει έντονη ανησυχία ή εσωτερική ένταση λόγω αναμονής, αβεβαιότητας ή φόβου για κάποιο αποτέλεσμα ή την τύχη κάποιου.
2. Περιμένει με ανυπομονησία ή βαθιά επιθυμία κάτι να συμβεί, εκδηλώνοντας έντονη εσωτερική διέγερση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Για τα αποτελέσματα των εξετάσεων αγωνιώ.
- Κάθε πρωί αγωνιώ να ανοίξω το μήνυμα από εκείνη.
- Για την υγεία του πατέρα μου αγωνιώ κάθε μέρα.
- Παρά τις δυσκολίες, αγωνιώ να πετύχω τους στόχους μου.
- Όταν αργεί, αγωνιώ μήπως κάτι κακό του συνέβη.