καταστροφή
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα αντικείμενο, κτίριο ή φυσικό περιβάλλον έχει υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά, με αποτέλεσμα την απώλεια της ακεραιότητας, της χρηστικότητας ή της μορφής του.
Συνώνυμα
αφανισμός εξολόθρευση ολέθρος τραγωδία ερείπωση κατάρρευση εξόντωση δυστυχία ήττα ναυάγιο δυστύχημα εκμηδένιση εξάλειψη ζημία πανωλεθρία πλήγμα συμφορά συντέλεια συντριβή φιάσκο κακό λαίλαπα μάστιγα εξαφάνιση ζημιά βλάβη χάος κατακλυσμός απώλεια πληγή ατύχημα χρεοκοπία μπελάς ατυχία εφιάλτης κακοτυχία καταποντισμός μπάχαλο σπάσιμο φθορά χάσιμο αποδόμηση εξουδετέρωση κατάλυση λοιμός μηδενισμός
Αντώνυμα
δημιουργία σωτηρία θρίαμβος ανοικοδόμηση ανάκαμψη επιτυχία παρασκευή διάσωση κατασκευή ακεραιότητα αναγέννηση αποθήκευση αποκατάσταση δημιούργημα διατήρηση διαμόρφωση διαφύλαξη επαναφορά σώσιμο οικοδόμηση ευημερία νίκη βοήθεια καταφύγιο επιβίωση καταγραφή παραγωγή πυροσβεστική άθλος ανάκτηση ανάσταση επανόρθωση λύτρωση συντήρηση ωφέλεια γένεση επιδιόρθωση επισκευή πυλώνας φτιάξιμο τάξη ευτυχία γέννηση θησαυρός ανάπτυξη βελτίωση ευεργέτημα κατόρθωμα κοιτίδα σκανάρισμα άνθηση αναζωογόνηση αναπαραγωγή αρχειοθήκη
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταστροφή από τον σεισμό άφησε πολλές οικογένειες άστεγες.
- Η φωτιά προκάλεσε σοβαρή καταστροφή στο εργοστάσιο.
- Η απώλεια της δουλειάς ήταν μια προσωπική καταστροφή για εκείνον.
- Η κακή διαχείριση οδήγησε την εταιρεία σε οικονομική καταστροφή.
- Η εμφάνισή της στη συνάντηση ήταν μια καταστροφή.