καταστροφή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία ένα αντικείμενο, κτίριο ή φυσικό περιβάλλον έχει υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά, με αποτέλεσμα την απώλεια της ακεραιότητας, της χρηστικότητας ή της μορφής του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η καταστροφή από τον σεισμό άφησε πολλές οικογένειες άστεγες.
  • Η φωτιά προκάλεσε σοβαρή καταστροφή στο εργοστάσιο.
  • Η απώλεια της δουλειάς ήταν μια προσωπική καταστροφή για εκείνον.
  • Η κακή διαχείριση οδήγησε την εταιρεία σε οικονομική καταστροφή.
  • Η εμφάνισή της στη συνάντηση ήταν μια καταστροφή.