ατυχία

ουσιαστικό

Απροσδόκητο ή τυχαίο περιστατικό ή σειρά περιστατικών που επιφέρει ζημία, δυσάρεστη συνέπεια ή αποτυχία και προκαλεί αρνητική έκβαση για πρόσωπα, σχέδια ή υποθέσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ατυχία του να χάσει τη δουλειά τον πλήγωσε πολύ.
  • Μια μικρή ατυχία στην κουζίνα έκανε το κέικ να καεί.
  • Τι ατυχία!
  • Οι ατυχίες διαδέχονταν η μία την άλλη όλο το μήνα.
  • Λόγω ατυχίας, το σχέδιό μας αναβλήθηκε.