εξολόθρευση
ουσιαστικόΔιαδικασία πλήρους και συστηματικής εξάλειψης ή εξαφάνισης οργανισμών, πληθυσμών, ομάδων ή αντικειμένων, συνήθως με χρήση μέσων ή μέτρων που αποσκοπούν στην ολοκληρωτική καταστροφή τους.
Συνώνυμα
εξόντωση αφανισμός εξάλειψη εκρίζωση εξαφάνιση καταστροφή σφαγή γενοκτονία εκκαθάριση εκμηδένιση θανάτωση μακελειό ξεπάτωμα σβήσιμο σκούπισμα ξερίζωμα σκοτωμός φόνος απαλοιφή σκότωμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξολόθρευση των τρωκτικών στο αποθηκευτικό χώρο κρίθηκε αναγκαία για την ασφάλεια των τροφίμων.
- Η εξολόθρευση ενός ολόκληρου είδους λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι ανεπανόρθωτη.
- Στην ιστορία, η εξολόθρευση λαών έχει καταδικαστεί ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
- Με προγράμματα εμβολιασμού επιδιώκεται η εξολόθρευση μιας επικίνδυνης ασθένειας.
- Η εξολόθρευση της διαφθοράς στο δημόσιο τομέα απαιτεί διαφάνεια και λογοδοσία.