αποθήκευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και διατήρησης αντικειμένων, αγαθών ή πληροφοριών σε ειδικό χώρο ή μέσο για μελλοντική χρήση.
2. Χώρος ή σύστημα όπου διατηρούνται αγαθά, προϊόντα ή δεδομένα με σκοπό την προστασία και την οργάνωσή τους.
Συνώνυμα
φύλαξη φύλαγμα διαφύλαξη διατήρηση αρχειοθέτηση εγγραφή καταχώρηση καταχώριση καταγραφή απόθεση κατέβασμα αποταμίευση εξοικονόμηση συσσώρευση συγκράτηση σώσιμο μνήμη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποθήκευση τροφίμων στο ψυγείο διατηρεί τη φρεσκάδα τους.
- Πατήστε αποθήκευση για να μην χαθούν οι αλλαγές στο έγγραφο.
- Η αποθήκευση δεδομένων στο cloud μειώνει τον κίνδυνο απώλειας αρχείων.
- Η αποθήκευση των εμπορευμάτων στον κεντρικό χώρο είναι οργανωμένη κατά παρτίδες.
- Η αποθήκευση αντιγράφων ασφαλείας γίνεται αυτόματα κάθε νύχτα.