ευτυχία
ουσιαστικόΚατάσταση εσωτερικής πληρότητας και σταθερού αισθήματος ικανοποίησης και αρμονίας, στην οποία το άτομο βιώνει βαθιά χαρά και αίσθηση νοήματος στη ζωή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυστυχία κατάθλιψη τραγωδία δυστύχημα κακοδαιμονία πένθος στεναχώρια άλγος λυπή θλίψη οδύνη μελαγχολία στενοχώρια αθλιότητα κατάρα απογοήτευση εφιάλτης αθυμία απόγνωση δαίμων λύπη μαυρίλα γρουσουζιά κακουχία νοσταλγία πίκρα σπαραγμός απελπισία ατυχία κακοτυχία βάσανο καημός συμφορά καταστροφή μπελάς ατύχημα βασανιστήριο ανάθεμα ταλαιπωρία μάστιγα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευτυχία της ήταν εμφανής όταν τελείωσε τις σπουδές της.
- Δεν πιστεύει ότι η ευτυχία εξαρτάται μόνο από τα χρήματα.
- Σου εύχομαι ευτυχία και υγεία στον νέο σου δρόμο.
- Η μικρή παράσταση στην πλατεία έδινε μια στιγμιαία ευτυχία στους περαστικούς.
- Η ευτυχία που ένιωσε μετά την επιτυχία ήταν απερίγραπτη.