ωφέλεια

ουσιαστικό

1. Θετικό αποτέλεσμα ή συνέπεια που βελτιώνει την υγεία, την ευημερία, την κατάσταση ή τα συμφέροντα ενός προσώπου, μιας ομάδας ή ενός συστήματος.

2. Οικονομική ή υλική βελτίωση που προκύπτει από ενέργειες, συναλλαγές ή παροχές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ωφέλεια από την τακτική άσκηση στην υγεία είναι εμφανής.
  • Το πρόγραμμα προσφέρει άμεση ωφέλεια στις ευάλωτες ομάδες.
  • Αποκόμισε μεγάλη ωφέλεια από την επένδυση στο νέο εργοστάσιο.
  • Η ωφέλεια για την κοινωνία ήταν εμφανής στη μείωση της ανεργίας.
  • Σε νομικό πλαίσιο, η ωφέλεια που προβλέπεται στη σύμβαση καταγράφεται ρητά.