λοιμός

ουσιαστικό

1. Μολυσματική νόσος εξαιρετικά μεταδοτική και συχνά με υψηλή θνητότητα, που εξαπλώνεται γρήγορα και προσβάλλει μεγάλο αριθμό ανθρώπων ή ζώων.

Συνώνυμα

πανώλη πανούκλα επιδημία μάστιγα πανδημία νόσος γρίπη καταστροφή ασθένεια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο λοιμός εξαπλώθηκε γρήγορα στην πόλη και προκάλεσε πανικό.
  • Κατά τον Μεσαίωνα, ο λοιμός της πανούκλας αποδεκάτισε τον πληθυσμό.
  • Η ανεργία έγινε λοιμός για την περιοχή, οδηγώντας πολλούς να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό.
  • Στα αρχαία χειρόγραφα περιγράφονται οι λοιμοί ως σημάδια θεϊκής οργής.
  • Στην αφήγηση, ο λοιμός παρουσιάζεται ως αόρατος εχθρός που καμία πολιορκία δεν μπορεί να σταματήσει.