επιβίωση
ουσιαστικό1. Η διατήρηση της ζωής ή της ύπαρξης ενός οργανισμού, ατόμου ή ομάδας παρά τις δυσμενείς φυσικές, κοινωνικές ή οικονομικές συνθήκες.
Συνώνυμα
ζωή ύπαρξη διατήρηση αντοχή ανθεκτικότητα επιβιώσιμότητα βιοπορισμός σώσιμο συντήρηση διαβίωση διάσωση σωτηρία επικράτηση επιμονή βίος προκοπή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιβίωση στο βουνό εξαρτάται από τις σωστές γνώσεις και τον κατάλληλο εξοπλισμό.
- Μετά το σοβαρό ατύχημα, η επιβίωση του ασθενούς θεωρήθηκε θαύμα.
- Η επιβίωση του είδους απειλείται από την καταστροφή του οικοτόπου.
- Για την επιβίωση της μικρής επιχείρησης χρειάστηκαν δραστικές αλλαγές και μείωση δαπανών.
- Η επιβίωση των παραδόσεων εξασφαλίζεται με τη μετάδοση της γνώσης στις νέες γενιές.