καταφύγιο
ουσιαστικό1. Χώρος ή κατασκευή που παρέχει προστασία και στέγη από κίνδυνο, βία ή αντίξοες καιρικές συνθήκες, προσωρινά ή μόνιμα.
Συνώνυμα
άσυλο κατάλυμα καταφυγή κρυψώνα κρύπτη κρησφύγετο στέγη αποκούμπι προστασία λιμάνι λιμένας ησυχαστήριο διαφυγή φρούριο καλύβα οικία σπηλιά λαγούμι καβάτζα ορμητήριο φωλιά όαση κάλυβα φυγή υπόγειο ξενοδοχείο καμπίνα οχυρό καταυλισμός εξοχικό κατοικία οίκος διέξοδος αποθετήριο ξενώνας οχύρωμα σπίτι σπιτάκι στέκι προστατευτικό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καταφύγιο προσέφερε ζεστασιά και ασφάλεια στους πληγέντες.
- Οι εθελοντές μετέφεραν τα τραυματισμένα ζώα στο καταφύγιο.
- Κατά τη διάρκεια της καταιγίδας ψάξαμε καταφύγιο σε έναν παλιό στάβλο.
- Στο βουνό υπάρχει ένα καταφύγιο ορειβατών στα χίλια μέτρα.
- Η μουσική μου παρέχει καταφύγιο όταν νιώθω μοναξιά.
- Το ιστορικό καταφύγιο πολέμου λειτουργεί ως μουσειακός χώρος τα Σαββατοκύριακα.