κατακλυσμός
ουσιαστικό1. Μεγάλη και ξαφνική πλημμύρα που καλύπτει εκτεταμένη περιοχή με νερό.
2. Πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων, πραγμάτων ή γεγονότων που εμφανίζονται ή συμβαίνουν μαζικά και ανεξέλεγκτα.
Συνώνυμα
πλημμύρα πλιμμύρα λαίλαπα καταιγισμός φουρτούνα χιονοστιβάδα συνωστισμός κοσμοσυρροή καταστροφή εισροή θύελλα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βιβλικός κατακλυσμός προκάλεσε την καταστροφή της πόλης.
- Μετά τη νεροποντή, η περιοχή βρέθηκε κάτω από νερά και λάσπη σαν από κατακλυσμό.
- Δέχτηκε έναν κατακλυσμό ερωτήσεων από τους δημοσιογράφους.
- Το νέο προϊόν γνώρισε κατακλυσμό παραγγελιών μέσα σε λίγες ώρες.
- Η ανακοίνωση έφερε κατακλυσμό αντιδράσεων στα κοινωνικά δίκτυα.