βελτίωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή σειρά ενεργειών που αποσκοπούν στην αύξηση της ποιότητας, της απόδοσης ή της λειτουργικότητας ενός αντικειμένου, συστήματος ή κατάστασης.
Συνώνυμα
αναβάθμιση τελειοποίηση ανάκαμψη προκοπή πρόοδος εξέλιξη ανάπτυξη ενίσχυση αποκατάσταση διόρθωση ανακαίνιση φτιάξιμο εξυγίανση εκσυγχρονισμός μεταρρύθμιση αναμόρφωση άνοδος ανόρθωση ανάταξη ανάρρωση αναθεώρηση επιδιόρθωση επιτάχυνση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάσταση του ασθενούς δείχνει βελτίωση.
- Αναμένεται βελτίωση του καιρού αύριο.
- Εργαζόμαστε για τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους πολίτες.
- Υπήρξε σαφής βελτίωση στις επιδόσεις της ομάδας.
- Η βελτίωση της οικονομίας θα μειώσει σταδιακά την ανεργία.