ευεργέτημα
ουσιαστικό1. Πράξη ή παροχή από άτομο, ίδρυμα ή ομάδα που προσφέρει υλικό, χρηματικό, ηθικό ή κοινωνικό όφελος σε άλλο άτομο ή ομάδα, με σκοπό την ανακούφιση, την ενίσχυση ή την προώθηση του συμφέροντός του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεγάλη δωρεά αποτέλεσε ένα πολύτιμο ευεργέτημα για το νοσοκομείο.
- Το μεγαλύτερο ευεργέτημα που του πρόσφερε ο καθηγητής ήταν η πίστη στις δυνατότητές του.
- Η υγιεινή διατροφή αποδείχθηκε ευεργέτημα για την καρδιακή του υγεία.
- Δεν θεωρώ αυτό το επίδομα ως ευεργέτημα, αλλά ως δικαίωμα.
- Μια μικρή πράξη βοήθειας μπορεί να γίνει μεγάλο ευεργέτημα για κάποιον σε ανάγκη.