πυροσβεστική

ουσιαστικό

Υπηρεσία ή οργανισμός αρμόδιος για την πρόληψη και την καταστολή πυρκαγιών, καθώς και για τη διάσωση ανθρώπων, ζώων και περιουσίας από κινδύνους που σχετίζονται με τη φωτιά και συναφείς έκτακτες καταστάσεις.

Συνώνυμα

πυροσβεστική πυροσβέστες Π.Σ. υπηρεσία σώμα ΕΜΑΚ πυρόσβεση πυροπροστασία ομάδα

Αντώνυμα

φωτιά πυρκαγιά εμπρηστής πυρομανής πυρπολητής εμπρησμός καταστροφή πυρ

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πυροσβεστική έσβησε τη φωτιά στο διαμέρισμα.
  • Καλέσαμε την πυροσβεστική μόλις είδαμε καπνούς.
  • Πήγαμε στη πυροσβεστική για να δηλώσουμε το περιστατικό.
  • Το προσωπικό της πυροσβεστικής εκπαιδεύεται τακτικά.
  • Οι πυροσβεστικές δυνάμεις συνέδραμαν στην κατάσβεση της δασικής πυρκαγιάς.