φιάσκο

ουσιαστικό

Εκδήλωση, έργο ή προσπάθεια που καταρρέει με εντυπωσιακό και εξευτελιστικό τρόπο, συνήθως δημόσια, προκαλώντας έκπληξη, ντροπή ή χλευασμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκδήλωση ήταν φιάσκο, καθώς κανείς δεν εμφανίστηκε.
  • Το νέο προϊόν αποδείχθηκε φιάσκο για την εταιρεία.
  • Όλη η προσπάθεια κατέληξε σε φιάσκο, παρά τις υποσχέσεις.
  • Το φιάσκο του έργου κόστισε εκατομμύρια ευρώ.
  • Ο πολιτικός προσπάθησε να δικαιολογήσει το φιάσκο στη συνέντευξη Τύπου.
  • Η πρώτη παράσταση σχεδόν έγινε φιάσκο, αλλά τελικά απέσπασε καλές κριτικές.