λύτρωση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της απελευθέρωσης από δεσμά, κίνδυνο, αιχμαλωσία ή καταπίεση, που αποκαθιστά την ελευθερία ή την ασφάλεια ενός ατόμου ή ομάδας.
Συνώνυμα
σωτηρία απολύτρωση απελευθέρωση εξιλέωση εξιλασμός απαλλαγή ελευθερία αποτίναξη εξαγνισμός διάσωση ελευθέρωση ανακούφιση ανάσταση ξελάφρωμα αποδέσμευση λευτεριά λύση άφεση απεγκλωβισμός αποσυμπίεση ξεκόλλημα χειραφέτηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιερέας μίλησε για τη λύτρωση της ψυχής.
- Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων ήταν για εκείνη μια πραγματική λύτρωση.
- Η απελευθέρωση των ομήρων αποτέλεσε τη λύτρωση για τις οικογένειές τους.
- Μετά από χρόνια ενοχών, βρήκε στη συγγνώμη την προσωπική του λύτρωση.
- Το τέλος της κρίσης έφερε τελικά τη λύτρωση στην πολυπαθούσα κοινωνία.