πυλώνας

άλλο

1. Κατακόρυφο δομικό στοιχείο που στηρίζει βάρη ή ενισχύει μια κατασκευή.

2. Κύριο και σταθερό στήριγμα σε έναν οργανισμό, μια ιδέα ή μια δραστηριότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πυλώνας στη μέση του ναού στήριζε τη στέγη.
  • Η εκπαίδευση αποτελεί βασικό πυλώνα της κοινωνίας.
  • Ο πυλώνας της ΔΕΗ κατέρρευσε μετά την κακοκαιρία.
  • Έστησαν νέο πυλώνα κινητής τηλεφωνίας στο λόφο.
  • Οι εξαγωγές είναι ένας από τους τέσσερις πυλώνες της στρατηγικής μας.