διάσωση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία με σκοπό την απελευθέρωση, την προστασία και τη διατήρηση της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας προσώπων, ζώων ή αγαθών από άμεσο κίνδυνο ή βλάβη.
Συνώνυμα
σωτηρία απεγκλωβισμός απελευθέρωση ανέλκυση ανέσυρση ανάκτηση ανάνηψη λύτρωση σώσιμο περισυλλογή διαφύλαξη επιβίωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάσωση των επιβατών από το φλεγόμενο λεωφορείο έγινε έγκαιρα.
- Η επιχείρηση διάσωσης στη θάλασσα κράτησε πολλές ώρες.
- Η διάσωση των αρχείων από τον κατεστραμμένο σκληρό δίσκο κατέστη δυνατή με ειδικό λογισμικό.
- Το πρόγραμμα διάσωσης των προβληματικών τραπεζών εγκρίθηκε χθες.
- Η ομάδα ορεινής διάσωσης έκανε τη διάσωση του τραυματία στην πλαγιά.
- Η διάσωση του παγιδευμένου ζώου συγκίνησε τους κατοίκους του χωριού.