κακό
άλλοΑυτό που προκαλεί βλάβη, πόνο, ταλαιπωρία ή ηθική επιβάρυνση.
Συνώνυμα
κακότητα μοχθηρότητα κακοήθεια επιβλαβές βλάβη ανηθικότητα πονηριά δόλος καταστροφή επικινδυνότητα ασχήμια εχθρότητα ζημία ανεπιθυμία δυστυχία συμφορά δυστύχημα μάστιγα
Αντώνυμα
ευεργέτημα καλό αγαθό ηθικότητα ωφέλεια ευεργεσία χρησιμότητα φιλικότητα ευχαρίστηση ομορφιά τύχη επιθυμία όφελος συμφέρον
Παραδείγματα χρήσης
- Το κακό νικήθηκε χάρη στην αυτοθυσία των ανθρώπων.
- Μην του κάνεις κακό, είναι ανήμπορος.
- Το φαγητό ήταν κακό και το πέταξα.
- Η καταιγίδα έκανε κακό στην ταράτσα.
- Ξύπνησα με κακό στο στομάχι και δεν πήγα στη δουλειά.
- Έπαθε κακό στο ατύχημα και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο.