νίκη

ουσιαστικό

1. Επιτυχής έκβαση αγώνα, διαμάχης ή ανταγωνισμού κατά την οποία μία πλευρά υπερέχει και επικρατεί.

2. Αποτέλεσμα προσπάθειας ή δράσης που οδηγεί στην επίτευξη στόχου ή στην υπέρβαση εμποδίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η νίκη της ομάδας ήρθε με ένα εντυπωσιακό γκολ στο τελευταίο λεπτό.
  • Η νίκη στις εκλογές έδωσε στην παράταξη την ευθύνη της διακυβέρνησης.
  • Ένιωσα μια προσωπική νίκη όταν ολοκλήρωσα το δύσκολο έργο.
  • Η νίκη του μικρού κόμματος ήταν οριακή, με μόλις δύο ποσοστιαίες μονάδες διαφορά.
  • Μικρές καθημερινές νίκες όπως το να σηκωθείς νωρίς σε κάνουν να νιώθεις καλύτερα.