πανωλεθρία
ουσιαστικόΚατάσταση κατά την οποία ένας αγώνας, μια εκστρατεία ή μια συλλογική προσπάθεια καταλήγει σε πλήρη αποτυχία με εκτεταμένες απώλειες και σοβαρή, ενδεχομένως ανεπανόρθωτη, βλάβη για την πλευρά που ηττήθηκε.
Συνώνυμα
συντριβή τραγωδία ήττα καταστροφή σφαγή αποτυχία ταπείνωση εξευτελισμός αποδεκατισμός φιάσκο καταποντισμός αφανισμός υστερία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάχη σήμανε πανωλεθρία για τον εισβολέα.
- Η ομάδα υπέστη πανωλεθρία στον τελικό και έχασε κάθε ελπίδα τίτλου.
- Η απόφαση της διοίκησης αποδείχτηκε πανωλεθρία για τα οικονομικά της εταιρείας.
- Ο σεισμός προκάλεσε πανωλεθρία στις υποδομές της περιοχής.
- Οι δημοσκοπήσεις μετέτρεψαν την εκστρατεία σε πανωλεθρία για τους υποψήφιους.