άθλος

ουσιαστικό

1. Μεγάλο, δύσκολο και αξιοθαύμαστο έργο ή επίτευγμα που απαιτεί εξαιρετική δύναμη, αντοχή, δεξιότητα ή θάρρος.

2. Επίδοση ή αποτέλεσμα που προκύπτει από επίμονη προσπάθεια και υπέρβαση εμποδίων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι άθλοι του Ηρακλή είναι γνωστοί σε όλο τον κόσμο.
  • Η αποκατάσταση της γέφυρας μέσα σε τρεις μέρες ήταν πραγματικός άθλος.
  • Για τον πατέρα μου, το να τελειώσει το πανεπιστήμιο στα πενήντα ήταν άθλος.
  • Ήταν άθλος να βρω θέση πάρκινγκ στο κέντρο την Κυριακή.
  • Ο ποιητής περιγράφει κάθε μικρό άθλο της καθημερινότητας με τρυφερότητα.