δυστύχημα
ουσιαστικό1. Απρόσμενο και ανεπιθύμητο συμβάν που προκαλεί σωματικές βλάβες, θάνατο, υλικές ζημιές ή σοβαρή διαταραχή στην καθημερινή ζωή.
2. Βαριά ατομική ή συλλογική συμφορά που επιφέρει πόνο, δυσκολίες ή μακροχρόνιες συνέπειες για τους εμπλεκόμενους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δυστύχημα στην εθνική οδό συνέβη νωρίς το πρωί.
- Το δυστύχημα στο εργοτάξιο οφείλεται στην έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού.
- Η απώλεια της δουλειάς του ήταν ένα μεγάλο δυστύχημα για την οικογένειά του.
- Τα δυστυχήματα στην περιοχή έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
- Για καλή του τύχη, το δυστύχημα δεν προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς.