τραγωδία

ουσιαστικό

1. Θεατρικό έργο σοβαρού και συγκινησιακού χαρακτήρα που παρουσιάζει τη σύγκρουση και την πτώση ενός κεντρικού προσώπου λόγω μοίρας, εσωτερικού σφάλματος ή αντικειμενικών δυνάμεων, με σκοπό την πρόκληση λύπης και φόβου στον θεατή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τραγωδία του Σοφοκλή συγκίνησε το κοινό.
  • Η απώλεια του σπιτιού από τη φωτιά ήταν μια ανείπωτη τραγωδία για την οικογένεια.
  • Η πυρκαγιά στην πόλη εξελίχθηκε σε τραγωδία, με πολλές ανθρώπινες απώλειες.
  • Είναι τραγωδία ότι δεν βρέθηκε λύση εγκαίρως.
  • Οι αρχαίες τραγωδίες διδάσκουν ακόμη σημαντικά ηθικά διλήμματα.