καταποντισμός
ουσιαστικό1. Πράξη ή κατάσταση κατά την οποία κάτι βυθίζεται κάτω από την επιφάνεια του νερού ή του εδάφους, με αποτέλεσμα να καλύπτεται ή να χάνεται από την επιφάνεια.
Συνώνυμα
βύθιση καταβύθιση εμβύθιση βύθισμα βούλιαγμα ήττα βουτιά κατάρρευση πτώση κατρακύλισμα συντριβή ναυάγιο υποχώρηση καταστροφή εξαφάνιση πανωλεθρία τραγωδία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καταποντισμός του πλοίου προκάλεσε πανικό στο πλήρωμα.
- Ο καταποντισμός του εδάφους μετά τον σεισμό δημιούργησε βαθιά ρήγματα.
- Ο καταποντισμός της αγοράς οδήγησε πολλές επιχειρήσεις στη χρεοκοπία.
- Ο καταποντισμός του κόμματος στις εκλογές προκάλεσε ανακατατάξεις στην ηγεσία.
- Μετά την αποτυχία, ένιωσε έναν βαθύ καταποντισμό στην αυτοπεποίθησή του.