ζημιά
ουσιαστικό1. Βλάβη ή φθορά σε αντικείμενα, κτίρια, μηχανήματα ή υποδομές που μειώνει τη λειτουργικότητα, την ασφάλεια ή την αξία τους.
2. Σωματική βλάβη ή τραυματισμός που προκαλεί πόνο, αναπηρία ή μείωση της φυσικής ικανότητας ενός ατόμου.
Συνώνυμα
ζημία βλάβη φθορά χασούρα καταστροφή πλήγμα απώλεια συντριβή όλεθρος προσβολή εκμηδένιση χάσιμο σπάσιμο χάλασμα ταλαιπωρία πληγή ατύχημα τραυματισμός αλλοίωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο υπέστη μεγάλη ζημιά μετά το ατύχημα.
- Η εταιρεία υπέστη ζημιά από την πτώση των μετοχών.
- Οι ψευδείς φήμες προκάλεσαν ζημιά στην επαγγελματική του εικόνα.
- Η συνεχιζόμενη κριτική του έκανε πολλή ζημιά.
- Μην κάνεις ζημιά, θα τα φτιάξω εγώ.
- Η ασφάλεια κάλυψε τη ζημιά στο σπίτι.