ανάπτυξη
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα αύξησης σε μέγεθος, έκταση, όγκο ή αριθμό ενός οργανισμού, σώματος, συστήματος ή φαινομένου.
2. Διαδικασία εξέλιξης και ωρίμανσης γνώσεων, δεξιοτήτων, ιδεών ή δομών με την πάροδο του χρόνου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρακμή ύφεση στάσιμότητα συρρίκνωση υποανάπτυξη κατάρρευση πρωτογονισμός στασιμότητα μείωση πτώση φθορά αποσύνθεση υποχώρηση σμίκρυνση κατάπτωση ατροφή επιδείνωση κούρεμα ελάττωση οπισθοδρόμηση χρεοκοπία απομείωση εξασθένιση κατρακύλα περίληψη σύνοψη υποστροφή ψαλίδισμα εξασθένηση καταστροφή ανακοπή εξάλειψη αποδυνάμωση αφορισμός κοπή μαρασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάπτυξη της οικονομίας εξαρτάται από τις επενδύσεις.
- Η ανάπτυξη δεξιοτήτων απαιτεί συστηματική εξάσκηση.
- Οι γιατροί παρακολουθούν την ανάπτυξη του παιδιού.
- Η ανάπτυξη λογισμικού απαιτεί συνεργασία μεταξύ προγραμματιστών και σχεδιαστών.
- Η γρήγορη ανάπτυξη του όγκου προκάλεσε ανησυχία.
- Η ανάπτυξη των υποδομών βελτίωσε την ποιότητα ζωής.