ναυάγιο

ουσιαστικό

1. Καταστροφή ή βύθιση πλοίου σε θάλασσα, λίμνη ή ποτάμι, συχνά εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών, σφαλμάτων πλοήγησης ή μηχανικών βλαβών, με αποτέλεσμα σοβαρή ζημιά ή απώλεια του σκάφους και ενδεχόμενα τραυματισμούς ή θανάτους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Βρέθηκε το ναυάγιο στη μέση του ωκεανού μετά από αιώνες.
  • Οι δύτες εντόπισαν πολλά ναυάγια κατά μήκος του βυθού.
  • Το ναυάγιο κόστισε τη ζωή πολλών ναυτικών.
  • Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση κατέληξε σε ναυάγιο λόγω των αντιδράσεων.
  • Μετά το σκάνδαλο, η πολιτική του καριέρα ήταν ένα ναυάγιο.