ευημερία

ουσιαστικό

1. Γενικός βαθμός ευζωίας και καλής ποιότητας ζωής σε άτομα ή κοινωνίες, που περιλαμβάνει επάρκεια πόρων, υγεία, ασφάλεια και δυνατότητες προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευημερία της χώρας εξαρτάται από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις.
  • Επιδιώκουμε την ευημερία όλων των μελών της οικογένειας.
  • Τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας στοχεύουν στην ευημερία των ευπαθών ομάδων.
  • Η ευημερία των ζώων στο καταφύγιο βελτιώθηκε μετά τις δωρεές και τις εθελοντικές υπηρεσίες.
  • Η αίσθηση ασφάλειας και δημιουργίας οδηγεί σε προσωπική ευημερία.