συγκράτηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του συγκρατώ· περιορισμός ή έλεγχος της κίνησης, της έκφρασης ή της απελευθέρωσης ενός προσώπου, αντικειμένου ή συναισθήματος.
Συνώνυμα
αυτοσυγκράτηση αυτοέλεγχος κατακράτηση κράτηση παρακράτηση κράτημα σωφροσύνη μετριοπάθεια εγκράτεια ανάσχεση αναστολή καταστολή έλεγχος ανακοπή ψυχραιμία δέσμευση σύλληψη διακριτικότητα συλλογή αναχαίτιση αυτοκυριαρχία λιτότητα ομηρία εξοικονόμηση διατήρηση περιορισμός αποθήκευση αποθάρρυνση κατάσχεση σεμνότητα σύνεση μετριοφροσύνη μυστικοπάθεια ντροπαλότητα περιφρούρηση
Αντώνυμα
εκτόνωση έκρηξη απελευθέρωση αποδέσμευση αποφυλάκιση μεταβίβαση παρόρμηση χαλάρωση επιστροφή έκφραση απόδραση αυθορμητισμός διάδοση ορμή παραχώρηση υπερβολή φλυαρία φυγή ώθηση διάθεση εκπομπή διανομή οργή επίδειξη σκανδάλη εκδήλωση διαρροή απεγκλωβισμός εξάπλωση θρασύτητα κοινοποίηση παραφορά προκλητικότητα σκάσιμο έκσταση δημοσιοποίηση λήθη σπρώξιμο αλαζονεία εξασθένιση ξεκόλλημα παροξυσμός υποκίνηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκράτηση του θυμού του ήταν αξιοθαύμαστη και απέτρεψε έναν καυγά.
- Η συγκράτηση του φόρου έγινε απευθείας από τον μισθό.
- Η αστυνομία προχώρησε στη συγκράτηση των υπόπτων χθες το βράδυ.
- Η συγκράτηση του νερού στο έδαφος είναι σημαντική για την αγροτική παραγωγή.
- Η συγκράτηση των γνώσεων στη μνήμη απαιτεί τακτική επανάληψη.