απόφαση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις, με σκοπό τον καθορισμό μιας πορείας ή ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήρε την απόφαση να μετακομίσει στο εξωτερικό.
- Η δικαστική απόφαση έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο.
- Το διοικητικό συμβούλιο ανακοίνωσε την απόφαση για τη μείωση των δαπανών.
- Μετά από ώριμη σκέψη, η απόφαση να συνεχίσει τις σπουδές ήταν ορθή.
- Η απόφαση για την ακύρωση της σύμβασης ελήφθη χθες.