αποφασισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή πράξη κατά την οποία επιλέγεται ανάμεσα σε εναλλακτικές λύσεις και καθορίζεται ποια ενέργεια θα ακολουθηθεί.
2. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, δηλαδή η επιλογή που υιοθετείται και καθορίζει την πορεία δράσης.
Συνώνυμα
απόφαση αποφασιστικότητα πείσμα επιμονή θέληση σθεναρότητα κατηγορηματικότητα σταθερότητα θάρρος τόλμη πεποίθηση προσήλωση τσαγανό τσαμπουκάς αγωνιστικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αποφασισμός να αλλάξω δουλειά ήταν δύσκολος αλλά αναγκαίος.
- Ο αποφασισμός του συμβουλίου ήταν ομόφωνος και δεσμευτικός.
- Ο αποφασισμός του δικαστηρίου καθόρισε την επιμέλεια των παιδιών.
- Ο αποφασισμός του να συνεχίσει παρά τις δυσκολίες έδειξε τη θέλησή του.
- Ο αποφασισμός των πολιτών στις εκλογές άλλαξε την πορεία της πόλης.