παρακίνηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή πράξη που στοχεύει στο να ωθήσει κάποιον σε δράση ή σε αλλαγή συμπεριφοράς.
2. Παράγοντας ή ερέθισμα που προκαλεί ή ενισχύει την πρόθεση, την προσπάθεια ή τη στροφή προς συγκεκριμένο στόχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρακίνηση του μαθητή προήλθε από το έντονο ενδιαφέρον του για τη βιολογία.
- Ο καθηγητής έδωσε παρακίνηση στους φοιτητές να συνεχίσουν την έρευνα.
- Η εταιρεία πρόσφερε παρακίνηση για να αυξηθεί η παραγωγικότητα των υπαλλήλων.
- Η παρακίνηση των αισθήσεων στο μουσείο ήταν έντονη λόγω των εκθεμάτων και των ήχων.
- Η αστυνομία διερευνά αν υπήρξε παρακίνηση για τη διάπραξη του αδικήματος.