αμηχανία

ουσιαστικό

Ψυχική κατάσταση αβεβαιότητας και δυσφορίας, με πιθανές σωματικές εκδηλώσεις (π.χ. ερυθρότητα, διστακτική ομιλία, νευρικές κινήσεις), που εμφανίζεται όταν το άτομο δεν ξέρει πώς να αντιδράσει σε κοινωνική ή απρόσμενη περίσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε αμηχανία όταν ξέχασε το όνομα του συναδέλφου.
  • Η σιωπή προκάλεσε αμηχανία στην παρέα.
  • Μίλησε για το λάθος του με αμηχανία, γιατί δεν ήξερε πώς να το εξηγήσει.
  • Η δύσκολη ερώτηση δημιούργησε αμηχανία στον καθηγητή.
  • Δημιουργήθηκε αμηχανία όταν κανείς δεν ήξερε την απάντηση.
  • Στην πρώτη συνέντευξη εργασίας ένιωσα αμηχανία, αλλά προσπάθησα να παραμείνω ψύχραιμος.