εκφορά
ουσιαστικό1. Ο τρόπος ή η διαδικασία της προφοράς και του εκφωνήματος λέξεων ή φράσεων, που περιλαμβάνει άρθρωση, τόνωση, ρυθμό και ένταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκφορά των λέξεων στη διάλεξη ήταν καθαρή και κατανοητή.
- Η εκφορά του λόγου του ήταν γεμάτη πάθος και ένταση.
- Η εκφορά της απόφασης έγινε μετά τη διακοπή της δίκης.
- Η εκφορά του νεκρού πραγματοποιήθηκε το απόγευμα με σεμνότητα.
- Η εκφορά της μελωδίας από τη σοπράνο συγκίνησε το κοινό.