παράλυση

ουσιαστικό

1. Απώλεια μερικής ή ολικής ικανότητας κίνησης και συχνά αισθητικότητας ενός μέρους ή περισσοτέρων μερών του σώματος λόγω βλάβης ή δυσλειτουργίας του νευρικού συστήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παράλυση των κάτω άκρων προκλήθηκε από το σοβαρό τραυματισμό στη σπονδυλική στήλη.
  • Η παράλυση στο πρόσωπό της ήταν προσωρινή και υποχώρησε μετά τη θεραπεία.
  • Η παράλυση των υπηρεσιών στο δημαρχείο έκανε τις ουρές ατελείωτες.
  • Τη σκέπασε μια παράλυση φόβου και δεν μπόρεσε να φωνάξει.
  • Η παράλυση των διαπραγματεύσεων οδήγησε σε πολιτικό αδιέξοδο.