οίστρος
ουσιαστικό1. Περίοδος γονιμότητας και σεξουαλικής ετοιμότητας θηλυκών θηλαστικών, κατά την οποία εμφανίζεται αυξημένη σεξουαλική επιθυμία και συμπεριφορά και είναι δυνατή η γονιμοποίηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οίστρος της δημιουργικότητας τον ώθησε να γράψει τρία διηγήματα μέσα σε μια νύχτα.
- Ο οίστρος των οπαδών στο γήπεδο έκανε την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.
- Ο οίστρος της γάτας έγινε εμφανής όταν άρχισε να νιαουρίζει διαρκώς.
- Στον πίνακα φαίνεται ο οίστρος του καλλιτέχνη, με έντονα χρώματα και άγριες πινελιές.
- Ένας ξαφνικός οίστρος τον κατέλαβε στη σκηνή και τραγούδησε με πάθος.